Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Βούρκος με τα Διαμάντια

Τ'αρπακτικά νύχια της σκέψης
χώθηκαν πάλι 
στην πορώδη μου αντίληψη

Ζέχνει ο βούρκος με τα διαμάντια

Πότε τον μυρίζω, πότε όχι

Τα επίπεδα διαβαίνω
Πότε απότομα, πότε ομαλά

Κι ο πόνος είναι σκληρός καπετάνιος

Και τα ιστία ξεσκισμένα,
μα κρατούν 

Και οι φουρτούνες 
διαδέχονται η μία την άλλη,
πετώντας το καράβι μου 
από κύμα σε κύμα

Φέρνω στο μυαλό μου τον Οδυσσέα,
τον αδελφό μου και συνταξιδιώτη

Είχε κι αυτός τα διαμάντια του
στο βούρκο βυθισμένα,
μα το καράβι του άντεξε

Η ομίχλη πυκνή
και δε μπορώ ν'αγναντέψω
στεριά γύρω

Κι η μυρωδιά 
από το βούρκο με τα διαμάντια
βαριά

Μα κάπου κάπου χάνεται
και μαζί της σηκώνεται 
και το πέπλο της ομίχλης

Και τότε η ματιά μου
πέφτει με δέος 
σε ολόφωτα τοπία,
σε στεριές ονειρεμένες

Κι εκεί ανακαλύπτω,
μέσα σ'αιώνιες στιγμές,
την ευθύτητα της ομορφιάς του απόλυτου

Που σαν το πιο καλοτοξεμένο βέλος
διαπερνά το φίλτρο του σκότους
και την ασπίδα του φόβου

Και είμαι ανυπεράσπιστος
απέναντι στο μεγαλείο

Ένα ανυπεράσπιστο εγώ,
που είναι αναγκασμένο 
να κοιτάξει στον καθρέφτη

Και ν'ατενίσει την ψεύτικη επιφάνεια του βούρκου

Και την άχρονη πραγματικότητα των διαμαντιών

Και να συνειδητοποιήσει,
έστω και για ένα λαμπρό ψίγμα χρόνου,
πως οι φουρτούνες ξεπλένουν τα διαμάντια


Αύγουστος 2014
 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου